← Πίσω στο ιστολόγιο

Νάσια Διονυσίου - Τι είναι ένας Κάμπος;

Το βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου "Τι είναι ένας Κάμπος;" (Εκδόσεις Πόλις, 2021) πραγματεύεται το τεράστιο ιστορικό ζήτημα της μεταφοράς των επιζησάντων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γ' Ράιχ Εβραίων στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ. Συγκεκριμένα, εστιάζει στα camps της Κύπρου κοντά στην Αμμόχωστο, τα οποία οι Κύπριοι ονόμαζαν Κάμπους. Συνεπώς, η έννοια Κάμπος πρωτογενώς δεν αναφέρεται στα λιβάδια, παρότι κλείνει το μάτι στον αναγνώστη.

Παρά το βάρος του ζητήματος και την ιστορική έρευνα που χαρακτηρίζει τη συγγραφέα, η οδός που επιλέγει δεν είναι η αμιγώς ιστορική αλλά η ανθρωπιστική – ή μάλλον η ανθρώπινη. Ο πρωταγωνιστής και αφηγητής της παρατηρεί και διακρίνει τις αόρατες κλωστές που ενώνουν τους ανθρώπους, ασχέτως εθνικότητας, ηλικίας και συγκυριών. Οι επισκέψεις του στους Κάμπους, σε διαφορετικές ημερομηνίες και με την άδεια των βρετανικών αρχών για λόγους έρευνας, χωρίζουν το έργο σε κεφάλαια, θεματικές ενότητες αλλά κατά βάση σε εμπειρίες. Συχνά επέρχεται το σοκ από την ασπλαγχνία και το πόσο εύκολα οι άνθρωποι μετατρέπονται σε αριθμούς και σε υποτιθέμενες αξίες. "Αξίες, σκέφτομαι, που αν τις αποκόψεις από τον άνθρωπο, δεν απομένει παρά μια ολοκληρωτική διαστρέβλωση, η πιο φρικώδης ασυναρτησία" (σ. 16). Μαζί και η δυσπιστία προς τον πολιτισμένο άνθρωπο, καθώς και στους συμπατριώτες του: "Πάντα κάτι επικαλούνται. Δηλώσεις στεγνές, χωρίς καρδιά." (σ. 17).

Το ύφος λυρικό, στοχαστικό, με μέτρο τον άνθρωπο, τη σκέψη του, καθώς και μια πρωτόγνωρη συναισθηματική σχέση με τη γεωγραφία. "Ένα μίλι μακριά η Αμμόχωστος, μια πόλη-φάντασμα για τούτους εδώ τους ανθρώπους, μακρινό το βούισμά της, πολύ μακρινό. Η γεωγραφία, λέω, είναι πράγμα ασυνάρτητο. Τριγύρω σκληρή η σιγή." (σ. 42).

Στη σελίδα 56, σε έναν αναστοχασμό του αφηγητή, παρουσιάζεται η συσχέτιση του τίτλου με τον γεωγραφικό όρο, όπως υπονοήθηκε στον τίτλο: 

"Σ' όλη τη διαδρομή ως τον Καράολο μου ξανάρχεται το ψεσινό όνειρο – η καταχνιά, το χιόνι, η ερημία, κι εκείνη η αίσθηση πως βούλιαζα. Συνειδητοποιώ πως δεν έβλεπα τίποτα που να μαρτυρούσε ζωή, πως ήταν ένα τοπίο ολότελα νεκρικό, χωρίς όμως τη γαλήνη των κοιμητηρίων – δεν υπήρχαν πλάκες ή βότσαλα, καντήλια να καίνε, θρυμματισμένα κανάτια, ασφοδίλια. Δεν υπήρχε κανένας, ζωντανός ή πεθαμένος, κανένας. Λες κι είχαν φύγει από παντού όλοι και μαζί είχε σβηστεί κι η μνήμη· πια δεν υπήρχε ρίζα, δεν υπήρχε ο τόπος. Κοιτάζω έξω απ' το γυαλί – τρέχει ο κάμπος, μια αξεδιάλυτη εικόνα. Για πρώτη φορά ρωτιέμαι: τι είναι ένας κάμπος;" (σ. 56).

Η απουσία παρουσιάζεται ως κάτι τρομακτικό, ενώ η ύπαρξη ανθρώπινων υλικών, έστω πτωμάτων, όσο μακάβρια κι αν λογιάζεται, θα ήταν φορέας μνήμης, ενός ακριβού υλικού στη σκέψη του αφηγητή. Στην ιδιαίτερη έμφαση που δίνει στη γεωγραφία (κι ας μου επιτραπεί εδώ καταχρηστικά ο πρόσφατος όρος "ανθρωπογεωγραφία") έρχεται να προστεθεί το παρακάτω απόσπασμα: "Συνειδητοποιώ πως τη γεωγραφία κάθε χωριστού τόπου μπορεί ακόμα να τη γνωρίζει κανείς από τις ίδιες τις φυσιογνωμίες των ανθρώπων, τις χειρονομίες, τις φωνές, τα πείσματά τους." (σ. 69).

Ο Κάμπος, ο τόπος συγκέντρωσης της φρίκης, της ελπίδας, του παρελθόντος που συμπορεύεται με το μέλλον σε ένα παρόν ασταθές, γίνεται μικρογραφία όλης της κοινωνίας, μέσο σφυγμομέτρησης της ευαισθησίας της ανθρωπότητας. Γιατί Κάμπος είναι όλος ο κόσμος, κι η αθωότητα που αναβλύζει από τη γραφή δεν γνωρίζει εθνικότητα. Η φωνή του αφηγητή, και κατ' επέκταση της συγγραφέως, δεν μοιάζει να είναι εκεί για να κατηγορήσει, αλλά για να παρηγορήσει. Να ακούσει το θύμα να ψιθυρίζει, να αναρωτιέται κι ένα μεγάλο "γιατί;" να πλανάται στους κάμπους, στους οποίους βρίσκει την ερημιά, μια ερημιά από ανθρώπους ένοχη, άδεια από σεβασμό, από αγάπη κι από ζωή. Κι εκεί περπατάει για να ψάξει μια αλήθεια, να μιλήσει για αυτήν και να την ερμηνεύσει. 

Κλείνω με δύο μικρά αποσπάσματα του έργου, τα οποία έρχονται να υπογραμμίσουν τη σημασία των λέξεων στην αποτύπωση του ιστορικού γίγνεσθαι. Το πρώτο, στη σελίδα 91, ανοίγει με μια απορία τη σκέψη και διευρύνει την εικόνα, η οποία στο βιβλίο έστω σε πρώτο επίπεδο περιορίζεται τοπικά και χρονικά. Το δεύτερο, στις σελίδες 18-19, είναι συμπυκνωμένη η φιλοσοφία της γραφής ως απαυγάσματος της ανθρώπινης τέχνης, και μία από τις πιο συγκλονιστικές σκέψεις που έχω διαβάσει ποτέ μου.

"Λιγοστά λόγια, μετρημένα, τα ουσιώδη. Κι όμως, κάθε σημείωμα και μια ολόκληρη ιστορία· από πόσες και πόσες, ρωτιέμαι, είναι καμωμένη η μεγάλη ιστορία του κόσμου;" (σ. 91).

"Σκέφτομαι πως στον καθένα έρχεται η ώρα που πρέπει να αποφασίσει μια για πάντα σε τι θα ωφελήσει η ζωή του. Εγώ δεν έχω τίποτε παρά μόνο τις λέξεις – που αν από δικές μου δεν γίνουν των άλλων, μένουν του κανενός." (σσ. 18-19).


Η φωνή πίσω από το κείμενο.

Ο Βαγγέλης Ιωσηφίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε Κλασική Φιλολογία. Στο Youtube διατηρεί βιβλιοφιλικό κανάλι (Vaggelis Iosifidis) και είναι επίσης διαχειριστής του καναλιού Συγγραφικό Στέκι. Αρθρογραφεί στη σελίδα Codex: Φantastica. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του «Φιλήμων, ο ερευνητής του μεταφυσικού», «7 Καταραμένες Ιστορίες» και η τετραλογία φαντασίας «Η Γη των Αμόλυντων» από τις εκδόσεις Παράξενος Ελκυστής. Επίσης, κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων «Θολές Διαστάσεις», σε συνεργασία με τον συγγραφέα Σταύρο Θάνο, από τις εκδόσεις Bookstagram. Είναι λάτρης των ταινιών φαντασίας, επιστημονικής και μη, των ειδυλλιακών αλλά και των απόκοσμων τοπίων στη φύση και αναζητά εδώ και χρόνια τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας.