Βαγγέλης Ιωσηφίδης
Claire North – Η Αίθουσα του Παιχνιδιού
Εκδόσεις Πόλις
Από την πρώτη κιόλας σελίδα, το βιβλίο αυτό εκπαιδεύει τον αναγνώστη στην αντισυμβατικότητα. Με τα άνισα σε μέγεθος κεφάλαια, τη λυρικότητα στην αφήγηση και τον σπανιότατο αφηγητή σε α’ πληθυντικό πρόσωπο, η Claire North εισάγει τον αναγνώστη στον κόσμο της παίζοντας μαζί του.
«Έλα.
Ας κοιτάξουμε μαζί, εσύ κι εγώ.
Ας διώξουμε την ομίχλη μακριά.
Μπαίνουμε στο ταμπλό του παιχνιδιού […].» (σ. 9)
Το παιχνίδι, η διαδικασία του ζην μέσω του παιχνιδιού, για να είμαι πιο ακριβής, διέπει το σύνολο του βιβλίου αλλά και κάθε επιμέρους διήγημα. Τρία είναι τα διηγήματα της συλλογής, που ενώθηκαν το 2019 σε βιβλίο, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη, ξεχωριστή έκδοση του καθενός. Θα τα δούμε το καθένα ξεχωριστά.
Το Φίδι
Οι ανθρώπινες ζωές, τα πιόνια του
εκάστοτε πρωταγωνιστή-παίκτη, της Θήνης εν προκειμένω, θέτουν την εξής απορία
στον αναγνώστη: ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο παιχνίδι και την πραγματικότητα;
Ποιος παίζει και γιατί; Πώς ξεχωρίζουμε τους παίκτες από τους υπόλοιπους
ανθρώπους;
Οι ερωτήσεις απαντώνται έμπρακτα. Η
Θήνη αποδεικνύεται καθηλωτική πρωταγωνίστρια, δυναμική, αδίστακτη και ραδιούργα,
δημιουργώντας το υπόδειγμα ενός παίκτη. Στη Βενετία λοιπόν, κατά την αγωνιώδη προσπάθεια
τοποθέτησης ενός ανθρώπου σε θέση εξουσίας, οι παίκτες παίζουν παιχνίδια
συγκάλυψης, απόκρυψης, μηχανορραφιών και δολοφονιών. Παίζοντας το παιχνίδι, συνειδητοποιούμε
πόσο χαλαρά είναι τα όρια του τι επιτρέπεται και τι όχι, καθώς και της αξίας της
νίκης με κάθε μέσο.
«Ας το πούμε ισοπαλία», απαντά. «Νομίζω πως χάσαμε
πια τη χαρά του παιχνιδιού». (σ. 84)
Ο Κλέφτης
Το συγκεκριμένο διήγημα θέλει τον
αναγνώστη να μπει στον ρόλο του αδύναμου, σε αυτό το παιχνίδι της γάτας με το
ποντίκι. Δεν υπάρχει έλεος, δεν έχει αξία η επίκληση στο δίκαιο –το παιχνίδι
δικαιώνει μόνο όποιον παίζει με όλο του το είναι– και η μεμψιμοιρία δεν θα
φέρει τίποτα άλλο παρά ένα ακόμα πτώμα στην άγρια ύπαιθρο.
Το προαναφερθέν μοτίβο γίνεται
αντιληπτό καλύτερα σε αυτό το διήγημα παρά στο προηγούμενο· ενώ με τη Θήνη
ζούσαμε την πολυπλοκότητα του παιχνιδιού, εδώ βιώνουμε τα δυσδιάκριτα όριά του.
Το μεγάλο μέγεθός του μάλιστα εντείνει το αίσθημα του ατέλειωτου κυνηγιού, όπου
το θήραμα παύει να πιστεύει στη σωτηρία και την ανάπαυση. Έντονο είναι και το υπαρξιακό
αδιέξοδο, καθώς η αξία της ανθρώπινης ζωής εκμηδενίζεται σε αυτό το «eat or be eaten» σενάριο, σε μια
ζούγκλα κυριολεκτική αλλά και κοινωνικοπολιτική. Πάνω απ’ όλα όμως, ο Κλέφτης
είναι ο προθάλαμος για το τρίτο διήγημα, τον Κυρίαρχο.
Τρέξε, Ρεμύ Μπερκ. Τρέξε. (σ. 192)
Ο Κυρίαρχος
Η πεμπτουσία αυτού του τρίτου
διηγήματος είναι το χάος. Η λυσσαλέα διαμάχη για το παιχνίδι δεν αφήνει τίποτα
όρθιο: πτώσεις κυβερνήσεων, διπλωματικά επεισόδια, πραξικοπήματα, δολοφονίες, βομβαρδισμοί,
κυβερνοεπιθέσεις, τα πάντα παίζουν σε αυτό το σύγχρονο πλαίσιο και περνάνε στις
σελίδες εντελώς φυσικά· σαν τίτλοι, σαν κινήσεις σκακιού. Όταν ο αναγνώστης το
συνειδητοποιήσει, νιώθει περισσότερο από ποτέ πως το παιχνίδι αυτό είναι
πραγματικό. Η North λέει ευθέως –όσο ευθέως μπορεί να μιλήσει η λογοτεχνία– πως ο κόσμος όπως τον
γνωρίζουμε κρύβει παιχνίδια ανώτερα της αντίληψής μας και πως για όλες μας τις
ερωτήσεις στο γιατί συμβαίνουν όσα συμβαίνουν παγκοσμίως, η απάντηση είναι εδώ:
το παιχνίδι δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά είναι η πραγματικότητα. Ότι αξίζει να κοιτάξουμε γύρω μας και να
δούμε την αλήθεια: πως είμαστε κι εμείς εκεί, πιόνια ή παίκτες, σε ένα παιχνίδι
που παίζεται για εμάς, με εμάς και από εμάς.
Εκτίμησα πραγματικά σε αυτό το τελευταίο διήγημα πως ο πρωταγωνιστής κάνει παύσεις ανάμεσα στο παιχνίδι για να αναλογιστεί το νόημα της ζωής, της ύπαρξης, του παιχνιδιού. Η ανθρωπιά ξεχειλίζει από τις σκέψεις του όσο προχωράμε προς το φινάλε, που αποδεικνύεται ανατρεπτικό.
«Μη μείνει κανείς ζωντανός», λέει μια φωνή, και
ξαφνικά μου φαίνεται αδύνατο να φανταστώ πως είναι δική μου.
Ποιος μίλησε, λοιπόν;
Κάποιος άλλος, ένας τύπος εκεί πέρα, που κάθεται
με το όπλο στη ζώνη, κι ένα νόμισμα στο χέρι, αυτός ο τύπος – πώς να τον πούμε;
Έχασε το όνομά του πριν από πολλά χρόνια, υπερβολικά πολλά· πούλησε την καρδιά
του, έβγαλε στο σφυρί την ψυχή του, κι όλα αυτά για να γίνει…
Παίκτης.
Καθόλου άνθρωπος πια. (σ. 458)
Σε μια γενικότερη θεώρηση, το
βιβλίο μπορεί να διαβαστεί με διάφορους τρόπους. Για αρχή, μπορεί να διαβαστεί
ως συλλογή διηγημάτων, άσχετων το ένα με το άλλο, παρά τις προφανείς συνδέσεις.
Μπορεί να διαβαστεί ακόμα και ως μυθιστόρημα, με την Αίθουσα του Παιχνιδιού ως
έννοια να πρωταγωνιστεί. Ωστόσο, το πράγμα δεν σταματά εδώ.
Ακόμα και ειδολογικά υπάρχουν
διακυμάνσεις. Μπορεί να καταταγεί στην επιστημονική φαντασία, ειδικά λόγω του
ευρήματος της Αίθουσας του Παιχνιδιού, με έμφαση στη δυστοπία και το συνωμοσιολογικό
υπόβαθρο με βάση το οποίο κινητοποιείται η Ιστορία. Τα στοιχεία δίνονται, άλλοτε
ρητά κι άλλοτε υπόρρητα: η μακροζωία των παικτών, τα αφύσικα στοιχήματα και η
ως διά μαγείας επιβράβευση του νικητή, αλλά και η ίδια η ύπαρξη της Αίθουσας
του Παιχνιδιού ως κάτι πάνω και πέρα από την ύπαρξη.
Αυτό ανοίγει την πόρτα σε μια άλλη
ανάγνωση: Η Αίθουσα του Παιχνιδιού διαβάζεται κι ως ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, με
υπαρξιακές προεκτάσεις που ξεπερνούν την πρόζα και τη μυθοπλασία. Σε ένα
παιχνίδι ελέγχου, όπου οι σχέσεις εξουσίας βρίσκονται στο μικροσκόπιο όσο και η
ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία, έμφαση δίνεται σε μια εναλλακτική κοσμοθεωρία: στον
εθισμό του παιχνιδιού και του ρίσκου ως εσωτερική ανάγκη, την ιδέα ότι πάντα
κάπου κάποιος χρειάζεται κάτι κι ότι η υφήλιος είναι ένα αέναο παζάρι με άνευ
ορίων ανταλλάγματα.
Από την άλλη, μπορεί κανείς να τα αγνοήσει
όλα αυτά –η αναγνωστική εμπειρία το επιτρέπει– και να αφοσιωθεί στο κομμάτι των
χαρακτήρων: ποιος είναι ο καθένας, πού τον οδηγεί η εκάστοτε επιλογή, η ευρηματικότητα
αλλά και η απελπισία του. Να το διαβάσει, με λίγα λόγια, σαν ένα βιβλίο
επιβίωσης ή περιπέτειας.
Βρίσκεται λοιπόν το βιβλίο αυτό ανάμεσα
στον ρεαλισμό και στο speculative fiction. Ενώ υπάρχουν κάποιες ατράνταχτες αποδείξεις πως
υπάρχει κάτι πέρα από όσα γνωρίζουμε για τον κόσμο, ενώ το αλισβερίσι ζωών και
ψυχών μαίνεται διαχρονικά, είναι δυνατόν να τα θεωρήσει κανείς μέρος του κόσμου
μας, ή έστω του κόσμου που η North έχει χτίσει. Είναι σπάνιο να δίνονται τέτοιες ελευθερίες στον αναγνώστη,
όμως νιώθω πως εδώ δίνονται. Όπως οι χαρακτήρες βρίσκονται συνεχώς σε
αχαρτογράφητα μέρη, όπου οι επιλογές κατεύθυνσης είναι ευρείες όσο και ο
ορίζοντας, έτσι κι ο αναγνώστης επιλέγει τι θα διαβάσει, πώς και τι
συμπεράσματα θα βγάλει.
Απαραίτητα εφόδια βέβαια σε αυτό το ταξίδι, όπως για τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα είναι η τόλμη και η ύπαρξη πιονιών στη διάθεσή τους, έτοιμων να κάνουν τα αδύνατα δυνατά για χάρη των παικτών, είναι για εμάς η ταύτιση με τους χαρακτήρες, το πάθος για την επιβίωση και, κυρίως, η επαφή με το παιχνίδι. Γιατί, πάνω από όλα, το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος στο παίζειν. Έμφαση δίνεται στη σημασία της νίκης, στη σωστή χρήση των διαθέσιμων μέσων και στην ανατροπή. Οι πρωταγωνιστές μας σε όλες τις ιστορίες είναι κατώτεροι των προσδοκιών, ποτέ φαβορί για τη νίκη και η πιθανή νίκη τους θα αποτελέσει ένα φαινόμενο αναπάντεχο, απέναντι σε όλα τα ενδεχόμενα. Κι αυτό μπορεί να ειπωθεί με μία μόνο λέξη, την οποία η Claire North γράφει με αόρατο μελάνι ανάμεσα στις γραμμές: Επανάσταση.
