Ο Αύγουστος Κορτώ, επιστρέφει με ένα έργο που μοιάζει με αρχαία τραγωδία μεταμφιεσμένη σε λαϊκό αφήγημα. Στον «Σταυραετό και τον Κούκο», ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί την Ιστορία απλώς ως φόντο, αλλά ως έναν αμείλικτο πρωταγωνιστή που συνθλίβει τις ζωές των απλών ανθρώπων, ενώ παράλληλα αναδεικνύει πώς οι αμαρτίες των γονιών στοιχειώνουν τις επόμενες γενιές.
Το βιβλίο διακρίνεται για την επιδέξια δομή του, κινούμενο χρονολογικά «μπρος-πίσω» από το 1941 έως το 1990. Αυτή η τεχνική επιτρέπει στον Κορτώ να αποκαλύπτει σταδιακά τα μυστικά της κεντρικής του ηρωίδας, της Σμαρώς, κρατώντας τον αναγνώστη σε μια διαρκή συναισθηματική εγρήγορση. Η γλώσσα του, απαλλαγμένη από περιττούς λυρισμούς, διατηρεί την τραχύτητα της επαρχίας εκείνης της εποχής, ενώ οι διάλογοι σφύζουν από ζωντάνια και αλήθεια.
Ο Σταυραετός και ο Κούκος, τα δύο χωριά του βιβλίου, λειτουργούν συμβολικά απουελώντας τις δύο όψεις της ύπαρξης. Πιο συγκεκριμένα, ο Σταυραετός εκπροσωπεί τη σταθερότητα και τον στοχασμό, ενώ ο Κούκος το αστάθμητο και την ορμή. Μέσα σε αυτό το δίπολο, η Σμαρώ, ενσαρκώνει τη διαχρονική φιγούρα της Ελληνίδας που επιβιώνει μέσα από τη σιωπή και τη θυσία.
Πρόκειται για ένα βιβλίο μαχαιριά που καταβυθίζεται στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής. Ο Κορτώ καταφέρνει να δείξει ότι, παρά τη σκληρότητα και το αίμα, η κύρια ιδιότητα του ανθρώπου είναι ότι αντέχει. Μια καθηλωτική ανάγνωση που επιβεβαιώνει την ωριμότητα ενός από τους πιο παραγωγικούς και ταλαντούχους συγγραφείς της γενιάς του.