Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου – Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
Το βιβλίο «Οι δύστυχες πουτάνες της
ζωής μου», ή σε παλιότερη μετάφραση «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου», είναι
ένα από τα όψιμα έργα του λατινοαμερικανού συγγραφέα. Τόσο στην επιλογή τίτλου
από τις εκδόσεις Λιβάνη, την ίδια χρονιά κυκλοφορίας με το πρωτότυπο, όσο και
στη σύγχρονη από τις εκδόσεις Ψυχογιός, ο επιθετικός προσδιορισμός δεν αφήνει
πολλά περιθώρια για παρερμηνεία, αλλά σε αυτά τα λίγα που αφήνει μπορούμε να
εξερευνήσουμε.
Από τον τίτλο μπορούμε να
εκμαιεύσουμε μια στροφή προς τον άλλον, προς τα ερώμενα πρόσωπα. Προς εκείνα
που ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής αλλά και πρωταγωνιστής πόθησε, ερωτεύτηκε αλλά δεν
τόλμησε να κατακτήσει. Υποκρύπτεται, ή ίσως υποδηλώνεται, ένα καθρέφτισμα: ο
δυστυχισμένος ήταν εν τέλει ο ίδιος. Κι αυτό διαφαίνεται από την πρώτη,
παράτολμη, βλάσφημη, ανήθικη και ταυτόχρονα συγκλονιστική πρώτη περίοδο του
βιβλίου: «Τη χρονιά που έγινα ενενήντα χρονών, θέλησα να μου κάνω δώρο μια
νύχτα τρελού έρωτα με μια έφηβη παρθένα».[1]
Έτσι ξεκινάει το βιβλίο. Με μια
δήλωση που σφίγγει το στομάχι. Που κάνει εύλογα τον οποιονδήποτε αναγνώστη να
αναρωτηθεί: «Θα διαβάσω κάτι τόσο νοσηρό;»
Πιστεύω πως ο συγγραφέας το κάνει
σκόπιμα. Θέλει να παίξει με την ηθική και την ανηθικότητα, θέλει να παίξει με
τη νοσηρότητα και, κυρίως, θέλει να παίξει με το μυαλό του αναγνώστη του.
Έχοντας διαβάσει το βιβλίο χαμογελώ, διότι δεν πρόκειται για πορνογράφημα.
Ευτυχώς δηλαδή. Βέβαια, καθώς το διάβασα με μια καλή φίλη που αγαπά την κλασική
λογοτεχνία, υπήρχε πάντοτε στο προσκήνιο η συζήτηση επί του θέματος, ο φόβος
για το τι θα αντικρίσουμε στην επόμενη σελίδα, ο τρόπος που το μυαλό προτρέχει.
Όλα αυτά θεωρώ πως ήταν σκόπιμο παιχνίδι του συγγραφέα.
Η εικόνα της φτωχής Κολομβίας
υπάρχει. Η αντίστιξή της με αυτή των καλών γνωριμιών, της επιφανούς κοινωνίας
της οποίας ο ηλικιωμένος, καταξιωμένος αρθρογράφος είναι μέλος για χρόνια
ηχηρή. Η εικόνα της εξαθλίωσης, της πορνείας, της κανονικοποίησής της από
θύτες, θύματα και από το περιβάλλον, της έλλειψης ευκαιριών και της σχέσης
ανάμεσα στα παραπάνω βροντερή. Ο αφηγητής θέλει να αναφερθεί σε όλα αυτά, μέσα
από το πρίσμα κάποιου που δεν τόλμησε. Που έζησε όλη του τη ζωή μέσα στην
ατολμία, στη δειλία, σε ένα κλίμα «θέλω μα δεν μπορώ», ώστε να καταλήξει στα
ενενήντα του να προβεί σε αυτή την απόφαση, τη μεταιχμιακή ανάμεσα στην απόλυτη
επιβολή εξουσίας και την εξομολόγηση της μεγαλύτερης αδυναμίας. Από τη μία, η
αντρική επιβολή μέσω της εξουσίας του χρήματος, η δύναμη αυτού που επιθυμεί
απέναντι σε αυτήν που είναι αναγκασμένη να προσφέρει, από την άλλη η απόλυτη
τροχοπέδη του αρσενικού: δεν μπορεί να επικοινωνήσει, να ζητήσει, να επιθυμήσει
υγιώς, οπότε ζητά απελπισμένα την ηδονή με έναν τέτοιο ανίερο τρόπο.
Όμως το βιβλίο δεν είναι
πορνογράφημα. Πέρα από τη συναισθηματική και φυσική εγγύτητα που είναι
αναμφίβολα άβολη, δεν υπάρχει αυτό που κανείς περιμένει. Σε κάθε αρχή κεφαλαίου
ο συγγραφέας χτίζει προσδοκίες, σε κάθε τέλος κεφαλαίου τις ανατρέπει. Αυτή η
πονηρή τακτική λειτουργεί με έναν περίεργο τρόπο. Μου θυμίζει τα τραβηγμένα,
γεμάτα αναισθησία αιτήματα φίλων προς έναν πιο ευαίσθητο, αυτά που του ζητούν
να παρακολουθήσει μαζί τους μια ταινία τρόμου. «Μη δεις τις σκληρές σκηνές»,
«Κλείσε τα μάτια σου», «Θα σου πούμε πού να μην κοιτάς» κι άλλα τέτοια φαιδρά.
Ένα σκληρό έργο δεν συνοψίζεται στις λίγες επίμαχες σκηνές, μα στη συνολική
εμπειρία, σε αυτήν όπου ο εγκέφαλος γεμίζει τα κενά, εκεί όπου η φαντασία
λειτουργεί ενάντια στη βούληση του θεατή ή, στην περίπτωσή μας, αναγνώστη.
Πέρασαν αρκετές σελίδες μέχρι να χαλαρώσω και να μπορέσω να διαβάσω έχοντας εμπιστοσύνη στον συγγραφέα. Μόνο αφότου κατάλαβα τη μανιέρα του αυτή, μόνο αφού κατάλαβα με ποιον τρόπο έβλεπε το νεαρό κορίτσι που βρήκε σε ένα κρεβάτι να κοιμάται, έτοιμο να ζήσει την πρώτη του φορά με έναν ηλικιωμένο, άγνωστο άντρα. Αυτός λοιπόν περνά μια μεταμόρφωση. Αποτινάζοντας κάθε έννοια σαρκικού πόθου, εξομολογείται:
«Εκείνη τη νύχτα ανακάλυψα την απαράμιλλη ευχαρίστηση του να κοιτάζεις το σώμα μιας κοιμισμένης γυναίκας δίχως την πρεμούρα της επιθυμίας και τα κωλύματα της ντροπής».[2]
Και στην αμέσως επόμενη σελίδα, συνεχίζει:
«Όταν επέστρεψα φρέσκος και ντυμένος στην κάμαρα, η μικρή κοιμόταν ανάσκελα μέσα στο συμφιλιωτικό φως της αυγής, ξαπλωμένη διαγώνια στο κρεβάτι, με τα χέρια ανοιχτά σε σταυρό, απόλυτη κυρίαρχος της παρθενίας της. Να σ’ τη φυλάει ο Θεός, της είπα».[3]
Ωστόσο, η αποστροφή μου προς το
πρώτο επίπεδο της ανάγνωσης, που δεν μπορούσε παρά να περιγράφει τη λαγνεία, με
οδήγησε στη σκέψη που με ώθησε να γράψω αυτές τις λέξεις: ο ηλικιωμένος πρωταγωνιστής,
και κατ’ επέκταση ο συγγραφέας, με την αρχική του δήλωση δεν δηλώνει πόθο προς το
γυναικείο κορμί, και δη προς το εφηβικό· υποσυνείδητα δηλώνει τον πόθο προς τη
ζωή, που συμβολίζεται με τη νεαρή, ενώ ο ίδιος είναι στα πρόθυρα του θανάτου. Η
ηχηρή αυτή αντίθεση των χαρακτήρων ευνοεί μια τέτοια ερμηνεία.
Παρατηρώντας τα κεφάλαια με τη
σειρά, ανακαλύπτω διαφορετικά μοτίβα στο πώς βιώνει την επαφή του με τη νεαρή:
στο πρώτο, φαίνεται η λαγνεία αλλά και η ανδρική κυριαρχία προς το κοιμώμενο,
ανυπεράσπιστο πλάσμα που βρίσκεται απέναντί του. Στο δεύτερο, μια γλύκα, μαζί
με μια πατρική στοργή. Στο τρίτο καλλιεργείται η ασφάλεια, μαζί με μια μορφή
πλατωνικού έρωτα. Στο τέταρτο εκρήγνυνται η ζήλια και ο φόβος λόγω της απόρριψης
και της εγκατάλειψης. Στο πέμπτο μια πιο φιλοσοφική στάση, μια τάση εξερεύνησης
και συνειδητοποίησης. Όλα αυτά μπορούν να εξεταστούν ως προς τις όψεις του
ανδρισμού απέναντι στο γυναικείο φύλο, αλλά θα προτιμούσα να τις εξετάσω με την
κοπέλα να συμβολίζει τη ζωή.
Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, παρατηρώ
μια τάση αναπόλησης του ηλικιωμένου, καθώς ανατρέχει στα στάδια της ζωής του:
αρχικά η εφηβική λαγνεία και ο πόθος για τη ζωή, από την οποία εκείνη η ηλικία
απαιτεί τα πάντα. Αυτά έπειτα μετουσιώνονται σε μια πιο συναισθηματική και
γαλήνια ματιά κατά την ενηλικίωση, που έρχεται από τη δομούμενη εμπειρία. Στις ηλικίες
που ο άνθρωπος ονομάζεται μεσόκοπος, μια αίσθηση ασφάλειας και η πνευματική
μορφή έρωτα προς τη ζωή κυριαρχούν. Κατά το ξεκίνημα, πάλι, των γηρατειών κυριαρχεί
ο φόβος του θανάτου και η ζήλια προς τη νεότητα, που με το πέρασμα του χρόνου
και τον συμβιβασμό με την πραγματικότητα συντείνουν σε μια εξερεύνηση του μετά,
μια ήρεμη φιλοσόφηση των πραγμάτων.
Το έργο μάλιστα διαπνέεται από μια
μελαγχολία, μια επιθυμία για έρωτα η οποία οδηγεί σε κάτι ανεκπλήρωτο, άπιαστο,
ανέφικτο. Ο σκοπός δεν ήταν ποτέ η λαγνεία ή η απόλαυση του αγοραίου έρωτα –εξάλλου
ο Μάρκες περιγράφει σε αρκετά σημεία και μάλιστα με ταξικό πρόσημο την άποψή
του σχετικά– αλλά η θέαση του εαυτού μέσα από το αντίκρισμα του θηλυκού. Η
δειλία, η ανικανότητα, η θλίψη, όλα αυτά που κάνουν δύστυχο τον ίδιο, όχι τις γυναίκες,
όπως προαναφέρθηκε.
Η εκ βαθέων αυτή ανάγκη, ένα κράμα φιλοσοφίας, μελαγχολίας και κραυγής αγωνίας για τον ανεκπλήρωτο έρωτα, περιγράφεται σε κάποιες από τις ωραιότερες προτάσεις που γράφτηκαν ποτέ:
Όταν χτύπησαν επτά στον καθεδρικό, υπήρχε ένα μοναχικό άστρο που φαινόταν καθαρά στον τριανταφυλλί ουρανό, κάποιο πλοίο σφύριζε το απαρηγόρητο αντίο του κι εγώ ένιωσα στον λαιμό τον γόρδιο δεσμό όλων των ερώτων που θα μπορούσαν να έχουν λάβει χώρα και δεν έλαβαν ποτέ.[4]
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου
Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα, 2019
